21/11/2017
Ξενίζει, προβληματίζει και δημιουργεί πολλά ερωτηματικά η κατάθεση του Νομοσχεδίου από την κυβέρνηση για τη μεταφορά των εμπορικών δραστηριοτήτων της Cyta σε εταιρεία ιδιωτικού δικαίου. Σε επίπεδο αρχής δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι μεθοδεύσεις αυτές είναι παράλογες και υποκρύπτουν σκοπιμότητες.
Επιβεβαιώνει ότι το αύριο δεν είναι παρά το σήμερα, για το οποίο φροντίσανε χθες…
Συνεχίζει να απουσιάζει από μέρους της κυβέρνησης η προσήλωση και ευαισθησία σε συνταγματικά ζητήματα που προσκρούει το νομοσχέδιο που αφορά στην αλλαγή του θεσμικού πλαισίου της Cyta. Στο παρελθόν, θεσμοί της πολιτείας είχαν γνωμοδοτήσει και εξέφρασαν ανησυχίες για τις ελάχιστες προϋποθέσεις και απαιτήσεις ως προς το μοντέλο εταιρικής διακυβέρνησης μιας διαδόχου εταιρείας ώστε να διασφαλίζεται η χρηστή διοίκηση, η καλή απόδοση, η καλή διαχείριση, η διαφάνεια, η αντικειμενικότητα και η ισονομία.
Σε μια δημοκρατία, είναι ποτέ δυνατόν να παραχωρείται δημόσια περιουσία σε ιδιώτες χωρίς όρους νομιμότητας και διαφάνειας; Είναι πρέπων στα πλαίσια των διαχρονικών κοινωνικών αξιών, οι δημόσιοι οργανισμοί να μεταβάλλονται ανάλογα με τη φιλοσοφία της εκάστοτε κυβέρνησης; Η παρούσα κυβέρνηση παρά τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, παρά τις όποιες πιέσεις των θεσμών και των «εταίρων» και παρά το γεγονός ότι έχει «δαιμονοποιήσει» τις δημόσιες επιχειρήσεις, θα έπρεπε στη βάση των προεκλογικών δεσμεύσεων της να επεξεργαστεί ενός στρατηγικού σχεδιασμού αποφυγής των αποκρατικοποιήσεων και παράλληλα παρέμβασης για αλλαγές στα δομικά χαρακτηριστικά ενός συστήματος που αιμορραγεί διαχρονικά, για ένα λειτουργικό και θεσμικό εκσυγχρονισμό. Αντί αυτού, κωφεύοντας στα πέντε χρόνια διακυβέρνησης, τη δωδεκάτη επαναφέρει νομοσχέδιο ταφόπλακα της Cyta, κάτι που ανοίγει τον δρόμο για παράδοση της Cyta και ενός δικτύου γεωστρατηγικής σημασίας, στα ξένα και ντόπια μονοπώλεια/ολιγοπώλια, που εποφθαλμιούν.
Η διεθνής εμπειρία έδειξε ότι σε μικρές αγορές, ως και η δική μας, η μετατροπή των οργανισμών δημοσίου δικαίου σε εταιρείες ιδιωτικού δικαίου, οδήγησε σταδιακά στη συρρίκνωση τους και σε χαλιναγώγηση των τιμών κάτι που επιδρά αρνητικά στις τσέπες των καταναλωτών. Ισχυρίζονται οι κυβερνώντες ότι επιθυμούν να διασφαλιστεί η αξία και η προοπτική της Cyta η οποία αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό. Η εμπειρία όμως από τις ιδιωτικοποιήσεις δεν επιβεβαιώνει τα επιχειρήματα τους. Τα οφέλη που τυχόν προκύπτουν, επιβεβαιωμένα είναι πρόσκαιρα.

Μπορεί και πρέπει να διαμορφωθούν κανόνες υγιούς λειτουργίας, ανταγωνισμού, συνεργασίας, αλλά χωρίς να εκχωρηθεί ο δημόσιος πλούτος και ο κοινωνικός χαρακτήρας. Μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί η τεχνογνωσία στη Cyta για προώθηση των μεγάλων έργων ανάπτυξης, που θα επιτρέψουν σε πιο σύγχρονα και ανταγωνιστικά προϊόντα καθώς και παροχή υπηρεσιών ποιότητας σε χαμηλότερες τιμές, για τον καταναλωτή.
Αναμέναμε να αναζητηθούν απαντήσεις σε θέματα που αφορούν σε πολυετή προβλήματα κακοδιαχείρισης, κακοδιοίκησης, αναποτελεσματικότητας και δυσλειτουργίας στο έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, ώστε να εντοπιστεί αν αυτό οφείλεται στον δημόσιο χαρακτήρα ή σε χαρακτηριστικά του πλαισίου λειτουργίας της Cyta. Η αναποτελεσματικότητα και δυσλειτουργία όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία, δεν είναι συστατικό στοιχείο του δημόσιου χαρακτήρα αλλά αποτέλεσμα της ποικιλότροπης διαφθοράς του ήθους, της πολιτικής διακυβέρνησης. Προφανώς αυτό είναι που χρειάζεται αλλαγή και εξυγίανση μέσω θεσμικών αλλαγών, μέσω εκσυγχρονισμού, μέσω αυστηρού ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές. Το συνδικαλιστικό κίνημα τόλμησε και μπήκε σε μια σοβαρή διαβούλευση εκσυγχρονισμού αλλά φαίνεται ότι η κυβέρνηση μένει στη μέγγενη των ιδιωτικοποιήσεων, αδυνατώντας να προωθήσει τις δεσμεύσεις που έλαβε έναντι των εργαζομένων, τότε προεκλογικά.
Σε μια περίοδο όπου ο εργασιακός μεσαίωνας έχει πλέον κυριαρχήσει στον ιδιωτικό τομέα, η μεταβίβαση του δημόσιου πλούτου στην ιδιωτική πρωτοβουλία συνεπάγεται και επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων, για όλη την κοινωνία. Τη στιγμή που έγινε κανόνας στον ιδιωτικό τομέα τα ελαστικά ωράρια, οι απλήρωτες υπερωρίες, η ανασφάλιστη εργασία για τους νέους και η ανυπαρξία συνδικαλιστικών οργάνων, μπορεί κανείς εύκολα να αναλογιστεί, τι πρόκειται να επακολουθήσει στις υπό ιδιωτικοποίηση δημόσιες σήμερα επιχειρήσεις και όχι μόνον. Μέσα στο νέο καθεστώς λειτουργίας θα συνεχίσουν πιο εύκολα να προσφέρουν στους παλιούς εργαζόμενους εθελούσια προγράμματα εξόδου και στους νέους εργαζόμενους που θα προσλάβουν, μισθούς πείνας και ατομικές συμβάσεις. Στην ουσία θα επιβαρύνουν τα Ταμεία Συντάξεων, που προφανώς η κυβέρνηση θα εγγυηθεί, άρα κατ’ επέκταση τον κρατικό προϋπολογισμό, που όμως την ίδια ώρα θέλει να μειώσει. Το άκρως άωτο της πολιτικής αναξιοπιστίας.
Η επιχειρηματική δράση του κράτους είναι αναγκαία λειτουργία σε κοινωνικά αγαθά ως είναι οι τηλεπικοινωνίες και δεν μπορούν καταληκτικά να εκχωρούνται μέσω των αποκρατικοποιήσεων, αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα. Τα επιχειρήματα των υποστηρικτών των αποκρατικοποιήσεων και της ελεύθερης αγοράς, δεν επιβεβαιώνονται από την εκτεταμένη εφαρμογή τους σε παρόμοιες κοινωνίες, τις τελευταίες δεκαετίες. Αντίθετα, οδήγησαν σε ακραίο ανταγωνισμό, κοινωνικές ανισότητες και αποκλεισμούς.
Η εφαρμογή δογματικών θέσεων μιας άκρατης νεοφιλελεύθερης πολιτικής οδηγεί στην οικονομική εξάρτηση της χώρας μας, στην απώλεια της Εθνικής μας ασφάλειας και κυριαρχίας και στην απώλεια της κοινωνικής συνοχής των πολιτών. Η συστηματική απαξίωση των δημόσιων επιχειρήσεων, με τον διορισμό εγκάθετων Διοικητικών Συμβουλίων που αποδιοργανώνουν τις επιχειρήσεις ή τις φορτώνουν με χρέη και σκάνδαλα μέσω της διαπλοκής με ντόπιο και ξένο κεφάλαιο, αποτελεί κλασσική μέθοδο, προθάλαμο της ιδιωτικοποίησης. Στο βωμό της μεγιστοποίησης του κέρδους, χάνεται ο κοινωφελής χαρακτήρας, η ποιότητα των υπηρεσιών. Η πανευρωπαϊκή εμπειρία έχει αποδείξει ότι η ποιότητα των αγαθών και των υπηρεσιών πολλές φορές θυσιάζεται στην προσπάθεια για δήθεν μείωση του κόστους και αύξησης των κερδών

Στη δική μας αντίληψη το όλο σκηνικό που εξελίσσεται τα τελευταία πέντε χρόνια, διακυβέρνησης, ερμηνεύεται σε αναπτυξιακό φρένο και εργασιακή ανασφάλεια. Μας βρίσκουν κάθετα αντίθετους οι τακτικισμοί που αναδύθηκαν και επενεργούν επιλεκτικά προς την κατεύθυνση της κερδοσκοπικής άλωσης της Cyta.
Η ΠΑΣΕ ΑΤΗΚ πρωτοστάτησε στην αποτροπή της ιδιωτικοποίησης της Cyta και μπήκε ανάχωμα σε ντόπια και ξένα συμφέροντα. Πρώτη πίστεψε και ανέδειξε την ανάγκη εκσυγχρονισμού της Cyta. Με το ίδιο σθένος και τόλμη θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε αφ’ ενός για να σταματήσουμε την καλά οργανωμένη αποδόμηση της Cyta που εντέχνως επιχειρείται και αφ’ ετέρου για την προστασία των καλώς νοούμενων συμφερόντων των εργαζόμενων.
Η Cyta βρίσκεται στο σταυροδρόμι αρκετών προκλήσεων και πρέπει να αφεθεί να εφαρμόσει τον στρατηγικό της σχεδιασμό με βάση τις συνεχείς εξελίξεις στο διαρκώς μεταβαλλόμενο παγκόσμιο τηλεπικοινωνιακό περιβάλλον και το έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον στο οποίο ήδη δραστηριοποιείται.
Η Cyta πρέπει να παραμείνει Δημόσιος Οργανισμός με αναβαθμισμένο ρόλο, πυλώνας στήριξης της οικονομίας και κοινωνικής ανάπτυξης, σύμβολο πρωτοπορίας και προόδου. Πυλώνας σε θέματα εθνικής ασφάλειας απέναντι στις καθημερινές τουρκικές προκλήσεις που δεν επιδέχονται διαπραγμάτευσης, ούτε εκπτώσεων.